Η μάνα μου θα έμπαινε στο νοσοκομείο και εκείνο το Σαββατοκύριακο θα με κρατούσε μία θεία μου ,για την οποία δεν ένιωθα και ιδιαίτερα συναισθήματα, για να είμαι ειλικρινής. Μου είχε φτιάξει μία πράσινη φούστα, με λάστιχο μαύρο στη μέση, πλισέ, που μόλις την είδα από ευγένεια, προσποιήθηκα πως μου αρέσει πολύ αλλά μέσα μου δεν ήθελα όχι να την φορέσω αλλά ούτε καν να τη βλέπω. Την φόρεσα και η διάθεσή μου έπεσε στο ναδίρ. Δεν ήξερα αν ήταν από την φούστα ή από το γεγονός πως διαισθανόμουν πως ο άνθρωπος που με έμαθε να ζω για έναν σκοπό, που με έμαθε να αγαπώ τη ζωή, θα την έχανε σύντομα. Την φόρεσα και δεν γελούσα, δεν έτρωγα, δεν την ήθελα. Ουσιαστικά όμως φοβόμουν πως, αν χάσω τη μάνα μου, θα μου επιβάλλουν όλοι όσοι δεν ήθελα αυτά που δεν μου ταιριάζουν, πως θα έχανα αυτά που είχα κατακτήσει ως παιδί. Βράδυ Σαββάτου πήγα να τη δω στο νοσοκομείο για τελευταία φορά και φορούσα την φούστα. Ήθελα να είμαστε οι δυο μας.
-Μαμά θα τη βγάλω δεν μου αρέσει καθόλου, της είπα.
-Ούτε εμένα, μου απάντησε και τώρα καταλαβαίνω την αγωνία στα μάτια της. Δεν την ένοιαζε που έχανε τη μάχη για την ίδια αλλά για μένα. Τι θα απογίνω εγώ.
Όχι…. Δεν χάθηκα, κανείς δεν χάνεται, αν δεν θέλει να χαθεί, όπως της είχα ακριβώς υποσχεθεί. Κέρδισα τη δική μου μάχη για τη ζωή, κυρίως για εκείνη. Μετά για μένα.
Τώρα κλείνοντας τα 42 και μπαίνοντας στα 43 το μόνο που θέλω είναι να είμαι καλά. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Να είμαι καλά για το παιδάκι μου και την οικογένεια μου. Να είμαι καλά… γιατί η ζωή είναι το πιο συναρπαστικό πράγμα στον κόσμο. Γιατί η ζωή είναι αγρίως απίθανη….
Και η φούστα πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων…